Στήλη: Μαθητές-θεατές
Γράφει η Μαρίλια Ίτσκου, μαθήτρια Γ’ Γυμνασίου
Το 2023, η γνωστή νουβέλα του Α. Παπαδιαμάντη, με τον τίτλο “Φόνισσα”, εισέβαλε στους ελληνικούς κινηματογράφους, καταφέρνοντας να αποσπάσει μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος του ελληνικού κοινού και να ξεπεράσει τον αριθμό των 250.000 εισιτηρίων. Άνθρωποι όλων των ηλικιών είδαν την ταινία, με σκοπό να έρθουν σε επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα και τον πατριαρχικό χαρακτήρα της εποχής του Παπαδιαμάντη. Η ταινία «Φόνισσα» χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία των τελευταίων ετών. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο best-seller του Α. Παπαδιαμάντη, χωρίς ωστόσο να είναι πανομοιότυπη του βιβλίου, αφού αισθητές, στον θεατή, είναι οι διαφοροποιήσεις της σεναριογράφου.
Το αριστούργημα του Α. Παπαδιαμάντη αποφάσισε να μεταμορφώσει σε ταινία η πεπειραμένη σκηνογράφος και ενδυματολόγος, Εύα Νάθενα, η οποία, σε συνεργασία με τη σεναριογράφο Κατερίνα Μπέη, μεγαλούργησε, μεταφέροντας το αριστούργημα του Α. Παπαδιαμάντη στα μάτια μας. Θέλημά της ήταν, σύμφωνα με την ίδια, να πάει πιο βαθιά, να πει την πικρή αλήθεια.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη Σκιάθο και τοποθετείται χρονικά στο 1900, όπου η αχάιδευτη Χαδούλα, μια χήρα και μάνα αρκετών παιδιών, εκ των οποίων τα 3 είναι κορίτσια, έχει μάθει πώς να επιβιώνει στην ανδροκρατούμενη, τότε, κοινωνία. Η Χαδούλα, ή αλλιώς Φραγκογιαννού, κουβαλάει πολλά ψυχικά τραύματα, αφού και η ίδια, όπως και οι υπόλοιπες γυναίκες της εποχής εκείνης, έχει υποφέρει από την πατριαρχία. Καθοριστικό όμως ρόλο στην ψυχική της «πληγή» έπαιξε η μητέρα της, η οποία δεν της έδειξε ίχνος στοργής και αγάπης, δεν την χάιδεψε ποτέ. Αντίθετα της έδειχνε, με τον πιο σκληρό τρόπο, την υποτίμηση που θα δεχθεί, την απόρριψη στο αίτημα για βοήθεια, την κατώτερή της μοίρα, τα βασανιστήρια που επρόκειτο να υποστεί.
Η ίδια πιστεύει πως είναι «ο λυτρωτής», πως, σκοτώνοντας τα μικρά κορίτσια του νησιού, τα απαλλάσσει από το βαρύ φορτίο, που τους επιφυλάσσει η ίδια τους η ύπαρξη. Μετά τους πρώτους της φόνους καταφεύγει στο μοναστήρι, όπου εκλιπαρεί τον Άγιο Ιωάννη να της στείλει κάποιο σημάδι, πως έπραξε καλά, πως ο θεός είναι μαζί της, πως ελευθέρωσε τα μικρά αυτά κορίτσια, «πως τα έκανε πουλιά, πως πέταξαν», όπως η ίδια θέλει να πιστεύει. Τελικά έρχεται αντιμέτωπη με τον νόμο και έτσι καταφεύγει στα βουνά.
Όμως το τραύμα που της έχει προκαλέσει η μητέρα της είναι βαθύ, το πνεύμα της την ακολουθεί, στους εφιάλτες της, στην πραγματικότητα. Έτσι επιστρέφει, για να τελέσει τον τελευταίο της φόνο, αυτόν, της νεογέννητης εγγονής της. Αφότου όλο το χωριό έχει πια καταλάβει τι έχει κάνει, την καταδιώκει, όπως και η ίδια της η κόρη. Η Χαδούλα παίρνοντας και το πνεύμα της μητέρας της μαζί, και με τελευταία της θέα το προικιό της, ένα άγονο μέρος στο «τέρμα θεού», πέφτει στη θάλασσα, βάζοντας τέλος στο πολύχρονο και βάναυσο μαρτύριό της.
Κι όλα, έρχονται ξαφνικά να δέσουν με της εκπληκτικές, μαγευτικές ερμηνείες. Ξεκινώντας από την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία παραδίνεται στον ρόλο δίνοντας όλη της την τέχνη και βγαίνει ένα αποτέλεσμα μαγικό. Η ερμηνεία της σε ταξιδεύει, σε πάει σε άλλη εποχή, σε έναν κόσμο σκληρό, σε κάνει να πιστεύεις πως βρίσκεσαι στ’ αλήθεια εκεί, πως πονάς μαζί με εκείνα τα άτυχα, δύσμοιρα πλάσματα που γεννήθηκαν κορίτσια και έγιναν γυναίκες. Βάλθηκαν να περπατήσουν σε ένα μονοπάτι που λέγεται πόνος και να οδηγηθούν σε έναν γκρεμό που λέγεται θάνατος, χωρίς στήριξη, χωρίς την παραμικρή αγάπη από πουθενά. Όλες αυτές οι γυναίκες γράφονται στο πρόσωπο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη.
Κατόπιν ένας ρόλος βουβός, αυτός της Μαρίας Πρωτόπαππα (της μητέρας της Χαδούλας), τόσο σκληρός και βίαιος, με ελάχιστα λόγια, κυρίως εκφράσεις, μα τόσο σημαντικός, ίσως και πιο σημαντικός από της Φόνισσας. Έναν τέτοιο ρόλο κλήθηκε να ερμηνεύσει η Μαρία Πρωτόπαππα, προσφέροντάς μας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Έναν ρόλο φαντάσματος, όμως με μία ερμηνεία καθοριστική!
Πολλές είναι οι κριτικές που αποθέωσαν το αριστούργημα της Εύας Νάθενα, με χαρακτηριστική αυτή του γνωστού κριτικού Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη. Ο ίδιος χαρακτηρίζει την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ως ένα πολύτιμο πετράδι σε ένα πανάκριβο κόσμημα! Η «Φόνισσα» κατάφερε να αποσπάσει 6 βραβεία.
Με λίγα λόγια, η ταινία «Φόνισσα» είναι τέχνη, είναι ένα αριστούργημα, είναι αυτό που δεν θες με τίποτα να αντικρίσεις, κι όμως το κοιτάς κατάματα. Το μαγικό σκηνικό, όπου τα σύννεφα έρχονται και πυκνώνουν, ακριβώς όπως και ο πόνος, σε ταξιδεύει. Το φθινοπωρινό εκείνο κλίμα, που έχει, ορθά, επιλέξει η σκηνοθέτης, σε μεταφέρει στην σκληρή εκείνη εποχή και σε μαγεύει.